Οι Αθεοι του Σύριζα ξαναχτυπούν!

Ανοίγουν το Τριώδιο κε καίνε το διόδιο!

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Έγκλημα στην Τζατζουφιά -3-

Κεφ 3. O Φύλακας Στη Σίκαλη

Ποιος είπε ότι στην φυλακή περνάη γρήγορα ο καιρός; Η νύχτα έπεσε βαριά κε κουρασμένη κε εγώ μέσα στο κελί μου είχα χαράξει ήδη 300 γραμμές, μία δια κάθε το κάθε λεπτό που περνούσε. Στο τέλος, όταν όλα τα φώτα είχανε σβήση, μείνανε μόνο ο μισοκοιμισμένος φύλακας της αστυνομίας, μια λάμπα να φωτίζη νωχελικά τον δρόμο κε ένας θάμνος ακριβώς από κάτω της που προχωρούσε συρτά προς την είσοδον του αστυνομικού τμήματος. Ακολουθή ο παρακάτω διάλογος μεταξύ φύλακα κε θάμνου:
«Αλτ! Τοις Ει;»
«Μην δίνετε σημασία. Είμαι ένας απλός θάμνος από σίκαλη που ως συνήθως κάνω αμέριμνος την βόλτα μου βράδυ μέσα στα αστυνομικά τμήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πάω να ελευθερώσω τον δόκτορα.»
«Και γιατί δεν σε έχω ξαναδεί;»
«Ηλίθιος είσαι; Αφού τόσο καιρό έλειπα έξω! Με είχαν καλέσει στη Ισπανία σε ένα σεμινάριο Θάμνων. Και μη ρωτήσεις γιατί. Κάποιος έπρεπε να εκπροσωπήσει τους θάμνους σας στο εξωτερικό!»
«Ε…έχετε δίκιο. Με συγχωρείτε, περάστε!», είπε πελαγωμένα ο φύλακας στη σίκαλη.

 Πρέπη να ομολογήσω τελικά πώς ο αδερφός μου ΕΙΝΑΙ μια παρεξηγημένη μεγαλοφυΐα! Πως αλλιώς να εξηγήσω το πετυχημένο τρόπο απόδρασης που μου ετοίμασε; Αρχικά ξεκλείδωσε το κελί με ένα αντικλείδι κατασκευασμένο από σαπούνι. (Το αιτιολογικό της κατασκευής του ήταν ότι το κλειδί που βρισκόταν στο συρτάρι της αστυνομίας μπορή να ήταν ελαττωματικό κε να μην ξεκλείδωνε). Έπειτα έβγαλε από τις τσέπες του ένα τεράστιο αριθμό από ροζ τσίχλες που αφού τις μάσησε, έφτιαξε ένα ομοίωμα του κεφαλιού μου (χρησιμοποιώντας τρίχες από πολλές οδοντόβουρτσες που επίσης είχε μαζί του)  το οποίο αντικατέστησε την θέση μου. Τέλος, με έντυσε καμήλα. Έτσι βγήκαμε από το Τμήμα σφυρίζοντας αδιάφορα. Όσο το είχε ψάξη εις το διαδίκτυο, δεν υπήρχε πουθενά κάποιος νόμος που να απαγόρευε σε μια καμήλα κε ένα θάμνο από σίκαλη την έξοδό τους από τα αστυνομικά τμήματα στις 12 η ώρα τη νύχτα. Μεγαλοφυΐα σας λέγω! 



«Σου την στήσανε, Μακλέιν!» , μου είπε υπό το σεληνόφως μακριά πλέον από το αστυνομικό τμήμα κε εγώ δεν του έκανα παρατήρηση δια την προσφώνησιν. Μετά από αυτή την απόδρασις  το να με αποκαλέση «Μακλέιν» ο αδερφός μου, φάνηκε ότι πιο λογικό.
«Μπορή να κρύβετω ο ορκισμένος μου εχθρός κε τέκνον μου, ο Μπούχλερ;»
«Όχι. Το ερεύνησα. Είναι ακόμα τιμωρημένος από την μάνα του. Δεν μπορεί να βγει από το σπίτι, αν δεν τελειώσει τα μαθήματα του.»
«Χάσαμε την ευκολήν λύσιν, λοιπόν. Αλλά ποιος άλλος να ήθελε το κακό μου;»
«Νομίζω πως χρειάζεται έρευνα. Αλλά πρώτα σου χρειάζονται καινούρια ρούχα», είπε δίνοντας μου μια  καμπαρντίνα κε ένα καπέλο.
«Τι είναι αυτά;»
«Μην ξεχνάς ότι είσαι καταζητούμενος και η μούρη σου είναι πολύ γνωστή στη Τζατζουφιά. Θα περνάς πιο απαρατήρητος αν νομίζουν όλοι ότι είσαι ο Χόμφρευ Μπόγκαρντ!»

Συνεχίζεται...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Που πονάτε, παρακαλώ;