Οι Αθεοι του Σύριζα ξαναχτυπούν!

Ανοίγουν το Τριώδιο κε καίνε το διόδιο!

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Έγκλημα στην Τζατζουφιά -6-

Κεφ 6. Ο γέρος κε  η θάλασσα.

Κάτω στο Άγιο Μούσι, το λιμάνι της Τζατζουφιάς , συναντούσε κανείς πληθώρα πολιτισμών από όλα τα βάθη κε τα πλάτη της γης. Από Εσκιμώους πειρατές  μέχρι Ελβετούς ορειβάτες.  Φορώντας την καμπαρντίνα κε το καπέλο  δια να μην αναγνωρίζομαι από το πλήθος αναζητούσα μαζί με τον αδερφό μου (που επιστρέφοντας στη φυσιολογική του κατάσταση του ήταν μεταμφιεσμένος σε σάντουιτς με τόνο) το ιχθυοπωλείο του Ιάσων Σαρδελομάτη από το οποίο ο δολοφόνος του Ασετόν Κρουτόν πρέπη να προμηθεύτηκε  το γύψινον αγαλματίδιον του.
Ήτω ένα μαγαζάκι με όλων των ειδών τα ψάρια απλωμένα στα καλάθια, διεκοσμημένον με γύψινα αγαλματίδια, από την Αφροδίτη της Μύλου μέχρι κακόγουστα νεγράκια σαν αυτό που είδαμε στην έπαυλην του Κρουτόν.
«Το ένστικτό μου λέει πως ήρθαμε στο σωστό μέρος», είπε ο Σόλωνας.
«Μάλλον όμως εσύ θα πάς να ρωτήσεις» είπα νιώθοντας ένα ξαφνικό ανακάτεμα στο στομάχι. «Τα νεκρά ψάρια με αρρωσταίνουν! Δεν  μπορώ να τα αντικρίσω! Υπάρχουν ροφοί ανάμεσα τους! Σαν τον Πελωνίδα! Θυμάσαι τον Πελωνίδα, Σόλων; Τον πρώτο μου ροφό; Δεν μπόρεσα να ξεπεράσω ποτέ το θάνατο του!»
«Ώρες ώρες είσαι τόσοο παράλογος, δόκτορα!» είπε προχωρώντας να μιλήσει στο καλάθι με τις σουπιές που βρισκόταν δίπλα στο χταπόδι.
«Τμήμα, Σάντουιτς με Τόνο του Λιμεναρχείου!» είπε αυστηρά «Θέλουμε την συμβολή σας για μία έρευνα. Μήπως μέσα σε αυτές τις τελευταίες μέρες πέρασε από δω κάποιος να αγοράσει ένα από αυτά υπέροχα κακόγουστα γύψινα νεγράκια;»
«Σόλων δεν νομίζω…», του φώναξα. Όμως αυτός συνέχισε.
«Εμπρός μιλήστε που να σας πάρει ο διάολος! Κάτι θα είδατε! Μην μου κάνετε τις σουπιές!»
«Ήταν το Είναι του μακαρίτη Ασετόν Κρουτόν!» απάντησε ένα γέρικο  φαλακρό κεφάλι βγαίνοντας ανάμεσα από τα καλάθια. Τελικά δεν ήταν χταπόδι αυτό δίπλα στις σουπιές . Το ένα του μάτι ήταν πιο ψαρίσιο από το άλλο, αλλά ποτέ δεν ήσουν βέβαιος πιο από τα δύο ήταν αυτό. Η μύτη του πλατιά σαν παστωμένος μπακαλιάρος. «Λέγομαι Ιάσων Σαρδελομάτης. Ιχθυοπώλης, γλύπτης και κουρδιστής ξυπνητηριών.», είπε . «Τον καημένο τον Κόμη…Πώς μπορώ να σας φανώ χρήσιμος, κύριε Σάντουιτς με Τόνο;»




«Δεν κατάλαβα. Είπατε, πώς ήταν  εδώ ο μακαρίτης Ασετόν Κρουτόν;»
«Όχι!» έκανε απότομα. «Γιατί δεν ακούτε; Δεν είπα οτί ήταν εδώ ο Ασετόν Κρουτόν, είπα οτι ήταν το Είναι του Ασετόν Κρουτόν!»
«Ποια η διαφορά;»
«Άμα το δείτε θα καταλάβετε!» γέλασε δείχνοντας τα λεπτά σαν ψαροκόκαλα δόντια του. «Το καημένο το Είναι του…Θα νιώθει τόσο μόνο του τώρα χωρίς τον Κόμη», αναστέναξε στενάχωρα. «Να φανταστείτε κάποιες ώρες πριν  την δολοφονία του Κόμη από τον τρισκατάρατο δόκτορα Φλάντζα  κατέβηκε μέχρι εδώ το λιμάνι να του πάρει δώρο ένα από τα υπέροχα νεγράκια μου. 15 φλατζοευρώ το ένα, αν ενδιαφέρεστε. Τόσο πολύ τον αγαπούσε…Με συγχωρείτε δυο λεπτά…»
Κάνοντας ξαφνικά δυο μακριά άλματα ο γέρος,  βουτάη στο βυθό της θάλασσας κε εξαφανίζεται . Ύστερα από δύο λεπτά ξαναεπιστρέφη στην στεριά έχοντας στο στόμα του ένα ψάρι.
« Πείτε μου πάλι τι λέγαμε;»

Συνεχίζεται...